Σάββατο, 15 Δεκεμβρίου 2007

ΚαΤεΧάΚη 54

[Αναδημοσίευση από το blog VOICE OFF]



Κάπου χιονίζει. Εδώ μέχρι την ώρα που σου γράφω, ακόμα να μιλήσει ο χειμώνας την γλώσσα του. Ακόμα να τρίψει την τεράστια χιονόμπαλα στον τρίφτη του. Ακόμα να χιονίσει. Ακόμα τσακωμένοι. Ακόμα σε αγαπάω. Έβαλε κρύο και πήρα το αιμματί μανόν να βάψω τα νύχια μου. Θα προτιμούσα εσένα να το κάνεις αλλά θα κόψει το χρώμα του μέχρι να φανείς. Συνεχίζεις να με έχεις κρεμασμένη πάνω σου, σαν το κλειδί του σολ; Έβαλε κρύο. Αποφάσισα να φορέσω το ριγέ σκουφί μαζί και τα γάντια που μου έφερες. Εξακολουθώ άραγε να είμαι η μικρή σου ονειροπαγίδα; Ακόμα να χιονίσει.
****

Κόσμος στα εγκαίνια της έκθεσης. Βαβούρα μαζί με μπόλικο καπνό. Μια ασφάλεια που πέφτει 3 φορές. Στα σκοτεινά μιλάμε μόνο στα περιγράμματα των άλλων. Η φαντασία γδύνεται. Χύμα κρασί. Σαμπάνια σε λευκά πλαστικά ποτήρια. Κάποιοι αγοράζουν έργα μου. Κάποιοι τα κοιτάνε, όπως κοιτάει κανείς τις νιφάδες που κάθονται στο κάγκελο του μπαλκονιού του. Η μια μέρα μετέφερε μεγαλύτερη φασαρία στην άλλη. Μπάζα γεμάτα εικόνες και σκονισμένες άχνες. Μπάζα γεμάτα χώματα με πλαστικά άκρα. Τέχνη, τέχνη, τέχνη. Σε μικρές κορνίζες 40 εκατοστών. Τέχνη σε γυάλινα ποτήρια, σε στεγνωμένα μελάνια και χυμένα χρώματα. Τέχνη που σαλιάζει πάνω σε φρεσκοβαμμένους τοίχους πετρόλ. Τέχνη που ψάχνει την τέχνη της να βρει. Ο κόσμος με παρατηρεί αλλά εγώ κοιτάω ψηλά με εκείνη την απόκοσμη και αφηρημένη θλίψη που διαλύεται ανάμεσα στα δόντια μου. Έχω μπόλικο σκοτάδι στις τσέπες του παλτού μου και δύο μικρά κόκκινα σπίρτα. Έχω 2-3 κάρτες μου και έναν μαύρο μαρκαδόρο. Δεν θυμάμαι ποιον χαιρετάω και κάθε τόσο σηκώνω το βλέμμα μου ψηλά. Μαζί με το πάλλευκο κορμί της θλίψης. Θέλω κάποιος να πατήσει για λίγο το pause.
****

Κρυώνω. Πολύ. Είσαι η πιο καυτή νιφάδα μου. Η πιο μεγάλη πυρολατρική μου γιορτή. Η εξακολουθητική μου απώλεια. Που κρύβεται όλη αυτή η νοσταλγία που μας διακατέχει αυτά τα κρύα και σάπια απογεύματα των μεγάλων Κυριακών; Σήκωσα όλους τους καναπέδες και το μόνο που βρήκα ήταν το πυρετωμένο βλέμμα σου που έμοιαζε με 2 χαμένες μπίλιες στα τρίσβαθα σκοτάδια των παλιών επίπλων.
Σα να μικραίνει κι άλλο η τομή.

****