Τετάρτη, 17 Ιουνίου 2009

Τί είναι αυτό;

Κείμενο: Σωκράτης Παπαγεωργίου
[Αναδημοσίευση από το NOTES OF A SECRET GARDEN]





Ανάπτυγμα του αινίγματος,
για τη συζήτηση στα πλαίσια
της έκθεσης:“Είναι αυτό τέχνη;”
Αίθουσα Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων
(17/06/09)








1. Θυμάμαι ένα περιστατικό της νεότητας, και μ’ αυτό θα ήθελα ν’ αρχίσω αυτή την περιπλάνηση τη σχετική με την τέχνη. Μου φαίνεται τώρα σαν όνειρο, αφού βρισκόμουν ακόμη σε μια ηλικία που η ζωή ήταν ακόμη μπροστά μου, ένα ατέλειωτο και μακρύ μέλλον, δίχως τις αγωνίες που προστέθηκαν με τα χρόνια. Ήμουν για λίγες ημέρες στη Ρώμη, με φίλους καλούς, ατέλειωτες βόλτες, υπέροχες πλατείες και δρόμους, μυρωδιές του καφέ. Συνήθως περιφερόμαστε όλη μέρα, κι επιστρέφαμε κατάκοποι όταν είχε για τα καλά νυχτώσει για να ξαναβγούμε σε λίγο για κάποια νυχτερινή διασκέδαση. Εκείνη τη μέρα δεν είχα διάθεση να ακολουθήσω τη φίλη που επισκεπτόταν από το πρωί κάποια απ’ τα μουσεία της πόλης, ή μάλλον την συνόδευα μέχρι τον προορισμό της κάθε φορά, τον ήδη σημαδεμένο σ’ έναν τουριστικό οδηγό που κρατούσε στα χέρια, την άφηνα εκεί κι εγώ έμπαινα σε κάποιο καφέ ή περπατούσα χαζεύοντας την κίνηση, τα κτίρια, τις μαντόνες και τις κρήνες που μου αποκάλυπτε διαρκώς η αιώνια πόλη, περιμένοντάς την να βγεί για να συνεχίσουμε. Θυμάμαι λοιπόν σαν σε όνειρο πως στην Piazza del Popolo αισθάνθηκα ξαφνικά πως την είχα χάσει για ώρα. Είχε πει πως θα έβλεπε τις εκκλησίες που υπήρχαν στην πλατεία, όλες μουσεία, τις είχε πάρει στη σειρά ενώ εγώ έπινα ήδη τον δεύτερο ή τρίτο καφέ κοιτάζοντας απ’ τα τζάμια μήπως κι εμφανιστεί. Όμως καθυστερούσε, ήταν πια μεσημέρι και είχα αρχίσει να ανησυχώ και να εκνευρίζομαι κάπως. Δεν συμπαθούσα βλέπετε τα μουσεία, περισσότερο τότε και λιγότερο σήμερα, όμως, θέλοντας να καθησυχάσω την ανησυχία μου, αποφάσισα να μπω σε κάποια από τις εκκλησίες όντας σίγουρος πως θα επέλεγα την σωστή και θα έπεφτα πάνω της. Δεν μπήκα σε κάποια απ’ τις σχεδόν δίδυμες εκκλησίες, διάλεξα από διαίσθηση ίσως τη Santa Maria del Popolo, και είδα μπαίνοντας τα φρέσκο, τα βιτρό, το παρεκκλήσι του Ραφαήλου, τα γλυπτά του Bernini, δίχως στην πραγματικότητα όμως να ξέρω τι βλέπω, κι όσο δεν έβρισκα πουθενά τριγύρω τη φίλη, συναντήθηκα ξαφνικά για πρώτη μου φορά με τον Caravaggio. Κι έμεινα εκεί συγκλονισμένος για ώρα πολλή, σιωπηλός και ξεχνώντας τα πάντα, θαυμάζοντας απλώς τους δύο πίνακες, δίχως να ξέρω ακόμη τί σήμαινε το άλογο, ο δρόμος προς τη Δαμασκό, ή το κιαροσκούρο. Αισθάνθηκα θυμάμαι μια καταλυτική και πρωτόγνωρη ησυχία, κάποιου είδους πληρότητα, κι ένιωθα ήδη μέσα μου μια δική μου μεταστροφή.

Διαβάστε περισσότερα...


2. Αυτό το στοιχείο του θαυμασμού που πολλές φορές αισθανόμαστε μπροστά σε ένα έργο τέχνης (1), αυτή η παράξενη γοητεία και ευχαρίστηση, που γίνεται αφορμή για συναισθήματα και σκέψεις, αυτή η συγκίνηση (συν και κίνηση, ταυτόχρονη κίνηση, ψυχική ταραχή ή διέγερση, η πρόκληση συναισθημάτων χαράς ή λύπης). Κι όμως, αυτή η συγκίνηση δε νομίζω πως είναι αρκετή για να ορίσει την τέχνη. Μα θα μπορούσε και μπορεί, και μας συμβαίνει συχνά κάτι τέτοιο από μια πληθώρα αιτιών όπως η επαφή μας με κάποιους δικούς μας ανθρώπους, με τη φύση, μια σκέψη ή μια άθελη μνήμη που ξαφνικά μας διατρέχει, ένα γεγονός που διαδραματίζεται μπροστά στα μάτια μας. Κι όμως, αυτή η ευχαρίστηση, αυτή η απόλαυση, δε νομίζω πως είναι ικανή από μόνη της για να περιγράψει ή να ορίσει την τέχνη. Δεν πρόκειται βέβαια για την απόλαυση που αισθάνεται κανείς όταν τρώει ένα καλό φαγητό ή όταν κολυμπά σε μια καλοκαιρινή θάλασσα. Ακόμη όμως κι αν αυτή την αισθητική απόλαυση την δούμε ως ευχαρίστηση ανιδιοτελή (2), ικανοποίηση που δεν κρύβει κάποιο συμφέρον, άνευ ορέξεως νου (3), σκέψη δηλαδή χωρίς επιθυμία, αίσθημα ή συμφιλίωση που γεννιέται μετά το τέλος της επιθυμίας (4), και πάλι δεν μου φαίνεται αρκετή για να ορίσει την τέχνη (5).

Η τέχνη από την άλλη μεριά δεν μπορεί να είναι απλώς κάτι χρήσιμο, κάτι χρηστικό, αν και ξεκίνησε ίσως έτσι. Για παράδειγμα η τελετουργική ζωγραφική, τα ζώα στους τοίχους των σπηλαίων της Αλταμίρας, που βοηθούσαν τον άνθρωπο κυνηγό θηραμάτων, ή η επίκληση της βροχής με το τραγούδι και το χορό από τους πρωτόγονους. Βαθμιαία και νωρίς η τέχνη απελευθερώθηκε απ’ αυτή τη χρηστικότητα.

Η τέχνη καθαυτή δεν είναι επιστήμη, αν και πολλές φορές την επικαλείται, αφού η επιστήμη τεκμηριώνει με αποδεικτικές διαδικασίες, ακόμη, δεν μπορεί να είναι απλώς και μόνο τεχνική (6) αν και η τεχνική της χρειάζεται ίσως, αν και τα έργα τέχνης εμπεριέχουν την δική του τεχνική το καθένα. Η τέχνη καθαυτή δεν είναι τεχνολογία, ακόμη και όταν τη χρησιμοποιεί επιτυχημένα ή όχι. Για παράδειγμα η φωτογραφία μπορεί να είναι τέχνη, και είναι κάποιες φορές ορισμένες φωτογραφίες έργα τέχνης παρά τον μηχανικό τρόπο παραγωγής τους, όμως κάθε φωτογραφία δεν είναι απαραίτητα και τέχνη, όπως οι τουριστικές ή οικογενειακές φωτογραφίες, όπου εκεί έχουμε απλώς κάποιο είδος μίμησης, αναπαράστασης ή ανασύστασης, λιγότερο ή περισσότερο επιδέξια, στιγμών της πραγματικότητας.

Δεν νομίζω πως η τέχνη είναι απλώς διασκέδαση, εντύπωση ή εντυπωσιασμός ή φαινομενικότητα, αφού κρύβει πάντα ένα βάθος, κι αυτό το βαθύτερο, είναι που μας συγκινεί και μας συνεπαίρνει. Ακόμη, καθετί που αυτοαποκαλείται έτσι, όπως τα αποτυχημένα έργα τέχνης, ή τα έργα της βιομηχανίας του θεάματος, δεν είναι τέχνη.

3. Τέχνη, απ’ το ρήμα τίκτω, γεννώ, δημιουργώ με τις σκέψεις μου, δίνω μορφή, υλοποιώ, “art” από το λατινικό “ars” που σημαίνει διακανονίζω διευθετώ. Τέχνη, που ως όρος γενικά σημαίνει την ικανότητα του ανθρώπου να δημιουργεί, να παράγει κάτι, τη δεξιότητα στην εργασία, την μαστοριά και την εμπειρία, την επαγγελματική ικανότητα, το τέχνασμα, το επινόημα, την έκφραση του δημιουργού που προκαλεί συγκίνηση σε άλλους, τις καλές τέχνες, τη μουσική, τη λογοτεχνία, την δημιουργία έργων που απευθύνονται στην ευαισθησία, τον πνευματικό και ψυχικό κόσμο του ανθρώπου.

Ο Πλάτων λέει δια στόματος Σωκράτη πως τέχνη είναι η έξις νου (7), η κατοχή πνεύματος, πως η έμπνευση είναι μια θεία μανία, μια τρέλα που καθιστά τους ποιητές έκφρονες και ένθεους (8), πως αποκαλούμε ποίηση (δημιουργία) αυτό που οδηγεί κάτι από το μη ον στο όν (9). Ακόμη, στην Πολιτεία, αναφέρει πως η τέχνη είναι ‘μίμησις μιμήσεως’, αφού η πραγματικότητα που αντιγράφει η τέχνη, είναι γι αυτόν και κείνη ένα αντίγραφο ενός άλλου, νοητού κόσμου. Ο Αριστοτέλης αργότερα, διαχωρίζοντας την επιστήμη και την τέχνη, θα πει πως ο κάτοχος μιας επιστημονικής γνώσης για κάτι, γνωρίζει σε τι συνίσταται καθώς και τις αιτίες για τις οποία υπάρχει αυτό το κάτι, ενώ αντίθετα, ο κάτοχος μιας τέχνης μπορεί να δημιουργήσει αυτό το κάτι χωρίς να γνωρίζει επακριβώς τις αρχές βάσει των οποίων επιτυγχάνει το σκοπό του. Ας αναφέρω εδώ τον ορισμό του Αριστοτέλη για την τραγωδία (10): Τραγωδία είναι μίμηση πράξεως σοβαρής και ολοκληρωμένης, η οποία έχει μέγεθος, δια λόγου ηδυσμένου (11), ωραιοποιημένου, μελοποιημένου, με χωριστά το κάθε είδος ηδύσματος στα διάφορα μέρη, και διεξαγόμενη με δράση κι όχι απλή απαγγελία, πετυχαίνοντας με την μεσολάβηση των συναισθημάτων, του οίκτου και του φόβου, την κάθαρση απ’ αυτά τα πάθη. Κάθαρση λοιπόν, ο τελικός σκοπός της τραγωδίας, ο καθαρμός, ο εξαγνισμός από τέτοιου είδους παθήματα, η αποβολή των κακών θυμικών παρορμήσεων, όχι ασφαλώς μόνο για τα δρώντα επί σκηνής πρόσωπα αλλά για τους θεατές που συν-παθαίνουν και συν-πονούν μαζί με τους ήρωες και τα πρόσωπα του έργου.
Τέχνη είναι, θα πουν οι υπαρξιστές, μια συνοπτική στιγμή της αιωνιότητας, που κρύβει μέσα της το νόημα και την περιπέτεια της ανθρώπινης ύπαρξης, οι καλές τέχνες είναι αποτέλεσμα ιδιοφυούς πνεύματος θα πει ο Καντ, και η ιδιοφυία αυτή δημιουργεί το έργο σαν άλλη φύση, δίχως τις περισσότερες φορές να ξέρει ή να μπορεί να δικαιολογήσει το γιατί ή το πώς το έκανε. Με την τέχνη πραγματοποιείται μια αποκάλυψη του είναι, θα πει ο Χάιντεγκερ, δεν είναι απλώς αντανάκλαση της πραγματικότητας αλλά η ίδια η πραγματικότητα θα πει ο Αντόρνο. Τέχνη θα πει ο Φρόιντ, είναι ο εξευγενισμός της λίμπιντο, και έργο τέχνης είναι η ικανοποίηση των απωθημένων ορμών του καλλιτέχνη στη φαντασία του, τέχνη θα πει ο Άντλερ, είναι μια μορφή αναπλήρωσης και υπεραναπλήρωσης ψυχικού πόνου και αισθημάτων στέρησης. Από τον Γκυ Ντεμπορ το τέλος της τέχνης τοποθετείται ήδη στη δεκαετία του 30, με τον εκφυλισμό του Σουρεαλισμού, αφού τέχνη και πολιτική απορροφήθηκαν αμφότερες από το θέαμα, και τον φετιχισμό του εμπορεύματος (12). Νομίζουμε πως τα εξαντλήσαμε όλα αν είπαμε ή αν νομίσαμε πως βρήκαμε έναν ορισμό; Μας είναι αρκετά, τί θα κρατήσουμε από όλα αυτά; “Άλλο το θαύμα κι άλλο το πυροτέχνημα”, για να θυμηθώ εδώ μια φράση ενός αγαπημένου ποιητή, του Τάκη Σινόπουλου.

4. Η τέχνη είναι, αλλά και ήταν πάντα, άρρηκτα συνδεδεμένη με την κοινωνία. Και ίσως να ήταν πιο άμεσα κοινωνική στο ξεκίνημά της, απ’ ότι στην πορεία της. Η μετάβαση από την παραδοσιακή στη μοντέρνα τέχνη δεν χαρακτηρίζεται μόνο σαν αποδέσμευση του αισθητικού στοιχείου από τα θρησκευτικά και μυθολογικά μέχρι τότε πλαίσια αλλά και ως η αρχή για την αυτονομία της τέχνης. Βέβαια αυτός ο διπλός χαρακτήρας της τέχνης, το ότι από τη μια αποτελεί κοινωνικό γεγονός και από την άλλη διεκδικεί την αυτονομία της, δημιουργεί θέματα, αφού αυτοί οι δύο χαρακτήρες της δεν είναι ουδέτεροι και αδιάφοροι μεταξύ τους, έτσι, άλλες φορές εκδηλώνεται εξάρτηση και άλλες αντιπαράθεση και σύγκρουση μεταξύ τους. Όμως, ο κοινωνικός ρόλος της τέχνης δεν μπορεί παρά να είναι κριτικός, να θέτει τα ερωτήματα, και όχι απαραίτητα να είναι μια φανερωμένη, μια στρατευμένη θέση.

Λέμε πως ο δημιουργός διακατέχεται από έμπνευση (inspiratio), από κάποιου είδους εσωτερική εμπειρία, έκσταση, ιερή μανία, μια κατάσταση αποστασιοποίησης απ’ τον ίδιο τον εαυτό του, και οδηγείται προς την πράξη της δημιουργίας. Έτσι με κόπο και πόνο, με σκληρή δουλειά και αφοσίωση, ή και δίχως αυτά για να θυμηθούμε και κάποιους μεγάλους καλλιτέχνες που συνέθεταν με καταπληκτική ευκολία, έπιαναν το θέμα σε μια μαγική στιγμή, την ώρα ας πούμε που έπαιζαν μπιλιάρδο, κι ήταν υπόθεση απλή μετά να το μεταγράψουν σε ένα κομμάτι χαρτί, για να έχουμε σήμερα και να λέμε για μια καταπληκτική μουσική συμφωνία. Όμως, παρά τις απορίες που μας δημιουργούνται, σχετικά με το πώς, τον τρόπο δηλαδή που ο καλλιτέχνης φτάνει στο στόχο του, δηλαδή είτε πρόκειται για ανάλαφρη πράξη ευχαρίστησης είτε για βασανιστική εμπειρία, ακόμη κι αν κάποιοι νομίζουν πως είναι κάποιου είδους μυστικό που δεν λέγεται, μια συνταγή δηλαδή που άπαξ και την γνωρίζεις αυτόματα έγινες καλλιτέχνης, το σίγουρο είναι πως όταν έχουμε μπροστά μας ένα έργο τέχνης, ένας καινούργιος κόσμος έχει αναδυθεί, κάτι που μέχρι πρότινος δεν υπήρχε, παρά στο κεφάλι μόνο και στη φαντασία του καλλιτέχνη, έχει αποκτήσει συγκεκριμένη μορφή, λες κι έχει γίνει κάποιο είδος μετάφρασης απ’ το άυλο στο υλικό, ένα πέρασμα απ’ το μη ον στο ον, απ’ τον κόσμο του πνεύματος στον κόσμο των αισθήσεων, από το όραμα στην πραγματικότητα. Έτσι, ο επισκέπτης σήμερα του Λούβρου μπορεί να δει την ημίγυμνη Αφροδίτη της Μήλου, έστω και δίχως χέρια αφού λέγεται πως έσπασαν κατά τη μεταφορά, ή να δει τα γλυπτά απ’ τις μετώπες του Παρθενώνα που ακόμη μας τα επιστρέφει το Βρετανικό μουσείο, ν’ ακούσει μια συμφωνία του Mozart ή του μια σονάτα του Μπετόβεν, να σκύψει πάνω στο βιβλίο του Προύστ και το χαμένο του χρόνο και να χαθεί μαζί του, να μπει στον ιδιαίτερο και μοναδικό κόσμο του Κάφκα, κάθε φορά σ’ έναν καινούργιο, σ’ ένα κόσμο που δεν είχε ξαναβρεθεί και που μόνο το έργο τέχνης ξέρει και μπορεί να τον θέτει.

Πρόκειται για κάποιου είδους διαμεσολάβηση, για την παρέμβαση ενός τρίτου ενδιάμεσου στοιχείου, ανάμεσα στον καλλιτέχνη και τον θεατή ή τον αναγνώστη, κι αυτό το τρίτο στοιχείο, το έργο τέχνης εν προκειμένω, είναι αυτό που βοηθά στον διάλογο και την επικοινωνία των μερών. Έτσι, ο επικοινωνών με το έργο, θα υποστεί ακριβώς μέσα του την αντίστροφη διεργασία απ’ αυτή του καλλιτέχνη, απ’ το υλικό, τη κατασκευή και τη συγκεκριμένη μορφή, θα οδηγηθεί στο πνευματικό και το στοχασμό. Αυτή η διαμεσολάβηση έχει να κάνει και με την παιδεία του ίδιου του θεατή, με το αν αυτός έχει ανεπτυγμένες αισθήσεις, κριτική σκέψη και γούστο, αυτό που λέμε καλλιέργεια κι εκλεπτυσμένη αισθητική. Από την άλλη μεριά θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς πως τα περισσότερα πράγματα λειτουργούν ως διαμεσολαβήσεις, οι ίδιες οι αισθήσεις μας, ο λόγος, τα αντικείμενα, τα έργα τέχνης. Έτσι, παρόλο που η έννοια φαίνεται πως μπορεί να χωρά περισσότερα, θα ήταν ίσως χρήσιμο να διακρίνουμε βαθμούς διαμεσολάβησης. Οι αισθήσεις μας για παράδειγμα λειτουργούν λιγότερο ως διαμεσολαβήσεις από το διάβασμα ενός βιβλίου, ή το άκουσμα ένα μουσικού cd, ο χορός και το θέατρο, ως ζωντανές τέχνες λειτουργούν λιγότερο ως διαμεσολαβήσεις απ’ ότι η τηλεόραση ή το virtual της εποχής μας, ο τύπος ή το ραδιόφωνο, αφού απαιτούν περισσότερη φαντασία, λειτουργούν λιγότερο ως διαμεσολαβήσεις απ’ ότι η τηλεόραση, η μουσική που παίζουν κάποιοι φίλοι στο σπίτι μας λιγότερο απ’ τη μουσική που ακούμε σε μια αίθουσα αναμονής, ή σε μια μαζική συναυλία. Ύστερα, το να λες σήμερα πως η τέχνη έχει εμπορευματοποιηθεί δεν είναι διαφορετικό από το να λες ότι εδώ υφίσταται μια διαμεσολάβηση, ένα ενδιάμεσο που δημιουργεί κάποιου είδους χάσμα, μια αποξένωση. Ακόμη, η τάση που υπάρχει διάχυτη ως μόδα και ευκολία στην εποχή μας σχετικά με την χρησιμοποίηση υψηλής τεχνολογίας, δεν μπορεί παρά να αντανακλά και στην τέχνη, και να φτάνουμε σε όλο και πιο ακραίες μορφές διαμεσολάβησης με ταυτόχρονη απομάκρυνση από την άμεση εμπειρία, έτσι ώστε να διευρύνεται το χάσμα μεταξύ του δημιουργού, του έργου του, και του “καταναλωτή” (όπως τον θέλει η εποχή), με αποτέλεσμα το μεγάλωμα της απόστασης και του βαθμού αποξένωσης. Ας μη ξεχνάμε, οι πρωτογενείς αισθήσεις, το αυτοσχέδιο παιγνίδι των παιδιών δίχως πολλές φορές την ανάγκη για αντικείμενα παιγνίδια, το ίδιο μας το σώμα, το λιγότερο διαμεσολαβημένο απ’ όλα, η ίδια ανθρώπινη επαφή και η αμεσότητα των αισθήσεών μας, μπορεί να είναι ο αντίποδας στις όλο και πιο σύνθετες διαμεσολαβήσεις και τον virtual κόσμο που κάποιοι υπόσχονται σήμερα.

5. Είπα μόλις για τα παιδιά, και, καθώς αναζητώ ασφαλή κριτήρια για το τι είναι το έργο τέχνης, σκέπτομαι τη ζωγραφική των παιδιών, το πόσο ιδιαίτερη το πόσο εξαιρετική είναι συνήθως, αφού είναι πράγματι αυθεντική, αληθινή, άμεση και ειλικρινής και ταυτόχρονα αφελής, και στοχαστική και επαναστατική μέσα στην απλότητά της, με την έννοια ότι αμφισβητεί πρωτογενώς την αρχή της πραγματικότητας. Την αμφισβητεί βέβαια γιατί δεν την ξέρει, γιατί την αγνοεί, γιατί δεν της δίνει ακόμη σημασία. Έτσι και στην τέχνη, η παιδική απλότητα και η στοχαστικότητα πάνε καμιά φορά μαζί, δείτε τη ζωγραφική του Μιρό, του Ματίς, δείτε τον δικό μας το Θεόφιλο. Ναι, η τέχνη επιζητεί την απλότητα, την καθαρότητα, την ευθύτητα και την ειλικρίνεια της ματιάς, επιζητεί την ευαισθησία, τα πιο πηγαία, τα πιο βαθιά, τα πιο κρυφά μας συναισθήματα, επιζητεί την αυθεντικότητα του παιδιού, επιζητεί την αλήθεια, την προσωπική έστω αλήθεια του καλλιτέχνη. Έχει έτσι το έργο τέχνης ανάγκη από τη δύναμη της έκφρασης, αλλά και από την εσωτερική συνοχή των αρθρώσεων και των μερών, ώστε να μπορεί να αρθρώσει και να στηρίξει αυτόν τον εντελώς δικό του κόσμο που θέλει να επαγγέλλεται, προϋποθέτει πνεύμα και γούστο, αλλά προπάντων προϋποθέτει σκοπό, αφού δεν είναι από μόνο του σκοπός παρά μόνο το μέσο, προϋποθέτει λοιπόν και έχει ως βασικό κριτήριο το νόημα (13), τις σημασίες, τα νοήματα νοημάτων. Και τι είναι ένα νόημα, τι είναι μια σημασία; Σημαίνω, παρέχω σημεία, φανερώνω με τη βοήθεια σημείων, εξηγώ, ερμηνεύω. Μια αόριστη δέσμη ατελείωτων ερμηνειών, αφού καμιά σημασία δεν μπορεί να είναι κλειστή, μια δέσμη παραπομπών σε κάποιο άλλο πράγμα απ’ αυτό που έχει ειπωθεί άμεσα (14). Κι αυτή η σημασία άραγε, αυτό το νόημα για ποιόν, αν όχι για τον ίδιο τον άνθρωπο; Η τέχνη πρέπει να βοηθά τον άνθρωπο, στην κατανόηση του εαυτού του, στην κατανόηση του κόσμου, να συντελεί στην πνευματική του ανύψωση. Να τον κάνει, σε κάθε επαφή που θα έχει μαζί της, είτε είναι δημιουργός είτε είναι θεατής, να αισθάνεται περισσότερο άνθρωπος, να πλησιάζει περισσότερο την πνευματική του ουσία.

Θα ήθελα εδώ να αναφερθώ στην άποψη πως “το έργο τέχνης δεν γεννά απλώς έναν εντελώς δικό του κόσμο, αλλά παρουσιάζει και παρουσιάζεται, είναι το χάος, το απύθμενο, η άβυσσος, χωρίς συμβολισμό και χωρίς αλληγορία” (15). Αν το δεχτώ, αυτό το χάος και το απύθμενο απ’ το οποίο και πάνω στο οποίο στήνει ο καλλιτέχνης το έργο του, μπορώ να σκεφτώ πως πρόκειται για το προσωπικό του χάος, αυτό που η ψυχολογία αποκαλεί ασυνείδητο. Εδώ ο καλλιτέχνης θα στήσει, θα ορθώσει κάποια μορφή, πάνω στο δικό του πουθενά θα φτιάξει έναν δικό του κόσμο. Και χτίζω σημαίνει πρώτα έχω φανταστεί κι ύστερα πιάνω τα υλικά, τις τεχνικές, κρύβω ξεκρύβω διορθώνω, δημιουργώ μια μορφή, έχοντας ενδεχομένως χρησιμοποιήσει και συμβολισμούς και αλληγορίες. Το πρωτογενές αυτό προσωπικό χάος του καλλιτέχνη μπορεί να είναι η πηγή απ’ όπου αντλεί, αλλά μέχρι να το φέρει στο φως δεν είναι ακόμη έργο τέχνης. Ακόμη όμως κι αυτό δεν φαίνεται να είναι αρκετό από μόνο του για να δώσει ένα έργο τέχνης. Έτσι θα κινδυνεύαμε να πέσουμε στην παγίδα να πάρουμε τα αίτια ως αποτελέσματα, και να ασπαστούμε την άποψη κάποιων σημαντικών βέβαια όπως αναφέραμε ήδη από τον χώρο της ψυχολογίας, πως το έργο τέχνης είναι απλώς ορμές απωθημένες και ψυχικές αναπληρώσεις. Βέβαια, το πόσο σημαντικό είναι το ασυνείδητο στη δημιουργία, το πόσο ανοιχτή πρέπει να είναι η δίοδος προς το ασυνείδητο μου φαίνεται αυτονόητο, όμως ακόμη μια φορά δεν οδηγεί απαραίτητα σε έργα τέχνης. Μπορεί βέβαια να δρα θεραπευτικά για τον ίδιο τον καλλιτέχνη κι αυτό δεν είναι και λίγο. Όμως από δω προκύπτει το στοιχείο της αυθεντικότητας και της ειλικρίνειας, αυτή η επικοινωνία του καλλιτέχνη με το βαθύτερο είναι του, είναι πηγή, που μαζί με την εμπειρία της ζωής που διαθέτει, αποτελούν εκ των ουκ άνευ στοιχεία και παράγοντες που μπορεί να μας οδηγήσουν στο έργο τέχνης. Τώρα αν το αποτέλεσμα αυτής της διεργασία αγγίζει και άλλους αυτό είναι ένα άλλο θέμα γεμάτο πάλι προβλήματα. Γιατί ενώ όλοι μας έχουμε προσωπικές ερωτικές ιστορίες και μάλιστα δεν αμφιβάλω ενδιαφέρουσες όταν αυτές καταγραφούν δεν θα δώσουν απαραίτητα Ρωμαίους και Ιουλιέτες. Έτσι, εάν η ανάσυρση εκείνων των προσωπικών στοιχείων του καλλιτέχνη στην επιφάνεια, μνήμες, προσωπικά βιώματα, σκέψεις και εμπειρίες, είναι ταυτόχρονα και στοιχεία της ίδιας της ανθρώπινης φύσης, κι αν όντως εκείνος έχει τη δύναμη να τα φέρει στον αφρό και να τα κοινωνήσει, ε τότε κάποιους θ’ αγγίξουν. Εκείνη τη στιγμή ή στο μέλλον, σημασία δεν έχει, αφού ο χρόνος δεν παίζει ρόλο, ο χρόνος στην τέχνη είναι, με κάποιο παράξενο και συνάμα μαγικό τρόπο, αιώνιος. Γι αυτό ακριβώς και θα έλεγα σε έναν νέο καλλιτέχνη πως ο πήχης, οι συγκρίσεις, το προς τα πού θέλει να φτάσει δεν έχουν και μεγάλη σχέση με το μικρό διάστημα της ζωής του, ή με το τι συμβαίνει γύρω του και στην εποχή του. Θα ήταν νομίζω χρήσιμο, και θέλω σήμερα να το πω χαιρετίζοντας όλα αυτά τα νέα παιδιά που πήραν μέρος σ’ αυτή την έκθεση με το δύσκολο ομολογουμένως θέμα, να είναι πάντα αυθεντικοί στην άσκηση της τέχνης τους, όχι όμως αφελείς, όχι ανυποψίαστοι. Κι ακόμη, πως η βάσανος που θα πρέπει να υποβάλλουν τον εαυτό τους, αν πράγματι θέλουν να κάνουν κάτι σ’ αυτό το πεδίο που χάριν ευκολίας αποκαλούμε τέχνη, δεν θα πρέπει να είναι μικρή, αφού θα στην πραγματικότητα και κάθε στιγμή αναμετρούνται με τους μεγάλους, τους τεράστιους ογκόλιθους της τέχνης τους, εκείνους τους καλλιτέχνες που ξέφυγαν και βγήκαν έξω απ’ το χρόνο και όχι βέβαια με τα υποπροϊόντα της εποχής τους ή της βιομηχανίας του θεάματος.

6. Αναρωτηθείτε, πόσες φορές σας έτυχε να βγείτε από μια κινηματογραφική ταινία που είδατε και να είστε ακόμη μέσα σ’ αυτή, πόσες φορές διαβάσατε ένα βιβλίο, και νιώσατε πράγματι να ζείτε κι εσείς μέσα στον κόσμο που σας άνοιξε, σκεφτείτε, πόσες φορές αισθανθήκατε πως κάτι συνέβη εντός σας με αφορμή την επαφή σας με ένα έργο τέχνης, πόσες φορές, εξ αιτίας μιας τέτοιας επαφής, αισθανθήκατε πως βρήκατε επιτέλους τη δύναμη να τραβήξετε μια απ’ τις κουρτίνες που επιμελώς σας έκρυβαν απ’ τον εαυτό σας ή απ’ τον πραγματικό κόσμο. Αν, έστω και λίγες φορές σας έτυχε κάτι τέτοιο, είμαι σίγουρος πως καταλαβαίνεται γιατί σας μιλώ. Γιατί βέβαια, είναι και η εποχή που ζούμε που όχι μόνο δεν βοηθά αλλά δρα επιζήμια για την τέχνη, αφού τη θέλει εύπεπτη, αλλοτριωμένη, φετιχοποιημένο εμπόρευμα, αφού πρώτα την έχει ισοπεδώσει (16), την πλασάρει μετά ως διασκέδαση, ως χαλάρωση, δίχως νοήματα, με στρεβλές σημασίες. Η σύγχρονη τέχνη, αυτή της μετά το μετα-μοντέρνο εποχής, που θα την αποκαλέσω εδώ χαριτολογώντας ultra μοντέρνα, άλλωστε οι όροι δεν έχουν σημασία, από τη στιγμή που εμείς ορίζουμε και συμφωνούμε πάνω στα νοήματα και τις σημασίες, πόσο μάλλον εδώ που αναφερόμαστε σε προσδιορισμούς που ετεροκαθορίζονται, μετά το μοντέρνο, μετά από κάτι και πάντα σε σχέση με αυτό το κάτι που λέγαμε μοντέρνο, που είχε συμβεί σε μια περίοδο 200 περίπου χρόνων (17), και που αλλοίμονο δίχως αυτό αδυνατούμε να δώσουμε όνομα, να περιγράψουμε την εποχή μας. Ιδού μερικά από τα στοιχεία αυτής της αποκαλούμενης, ας το πω ελληνικά αυτή τη φορά, υπερ-νεωτερικής εποχής: παρακμή της πνευματικής δημιουργίας, σχολιασμός και ερμηνείες ερμηνειών παλαιότερων κειμένων και της ιστορίας, μέχρι ξεχαρβαλώματος, κολάζ μεμονωμένων θραυσμάτων από το παρελθόν, κονιορτοποίηση κάθε ιδεολογίας, ατομισμός, τυφλή υποταγή σε μια ανεξέλεγκτη και καλπάζουσα τεχνολογία, απολιτικοποίηση, κομφορμισμός, δουλική και πιστή αντανάκλαση των τάσεων που επικρατούν. Σκεφτείτε λοιπόν την αδυναμία της εποχής μας, σκεφτείτε πως κι αυτές οι λέξεις που αναφέραμε απόψε, η φαντασία, η δημιουργία, η τέχνη, έχουν ήδη γίνει διαφημιστικά σλόγκαν και έχουν χάσει προ πολλού το νόημά τους (18), έχει επισυμβεί δηλαδή, αυτό που είχαμε ξαναπεί όταν μιλάγαμε για τη γλώσσα της διαφήμισης, το φαινόμενο της επανοικοιοποίησης (recuperation). Δείτε τη σειρά, αυτή τη φριχτή ακολουθία, πρώτα η γλωσσική κατάχρηση, η εξάντληση και η τεχνητή φθορά λέξεων εννοιών και νοημάτων, και στη συνέχεια, με άλλοθι την κρίση του νοήματος και την εξαφάνιση των σημασιών, που εμείς βέβαια προκαλέσαμε, τον επαναπροσδιορισμό τους, την εκ νέου νοηματοδότηση. Βέβαια κρίση, δεν σημαίνει απαραίτητα θάνατος και τέλος, σημαίνει ακόμη και ίαση και νέο ξεκίνημα και στροφή και καινούργιες αποφάσεις.-

(Σ.Π. 17/06/09)

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

(1) Όπου στη συνέχεια αναφέρω τέχνη ή έργο τέχνης θα εννοώ τέχνη σημαντική και έργο τέχνης σημαντικό χωρίς να χρησιμοποιώ κανέναν πρόσθετο προσδιορισμό.
(2) Kant, Critique de la faculte de juger, 1790.
(3) Αριστοτέλης Πολιτικά 1287α, 30-32.
(4) Κορνήλιος Καστοριάδης, Παράθυρο στο χάος, 2004.
(5) Καμιά λέξη, κανένα όνομα και κανένας ορισμός δεν έχει απόλυτη σημασία, το νόημα πρέπει να προσδιορίζεται κάθε φορά για να μπορούμε να συζητάμε. Ύστερα δίνοντας έναν ορισμό δεν ξεμπλέξαμε απαραίτητα.
(6) Τεχνική: το σύνολο των κανόνων που διέπουν την κατασκευή ενός έργου.
(7) Πλάτων, Κρατύλος, 414β.
(8) Πλάτων, Ιων, 533-534.
(9) Πλάτων, Συμπόσιο, 250 α,β 12-13.
(10) Αριστοτέλης, Περί Ποιητικής, 1449b, 24-28.
(11) Ηδυσμένου, ο όρος είναι της μαγειρικής και σημαίνει καρυκευμένου, και εννοεί εδώ μελοποιημένου. Ακόμη στη Ρητορική (1406α 19), θα διαφοροποιήσει το ήδυσμα απ’ το έδεσμα, ηδύσματα είναι η μουσική, ο ρυθμός, τα φραστικά στολίδια, είναι η σάλτσα που κάνει νοστιμότερο το περιεχόμενο.
(12) Φετιχισμός: Η πίστη ότι ορισμένα αντικείμενα, τα φετίχ, διαθέτουν μαγική-υπερφυσική ισχύ. Εισηγητής του όρου ήταν ο ολλανδός Β. Μπόσμαν στις αρχές του 18ου αϊ. Φετιχισμός του εμπορεύματος (Commodity Fetishism): Έννοια του μαρξισμού, που υιοθετήθηκε και από άλλα ρεύματα της φιλοσοφίας και της κοινωνικής θεωρίας. Υποδηλώνει το γεγονός της κυριαρχίας των πραγμάτων-προϊόντων της εργασίας πάνω στους ανθρώπους και την απόδοση σε αυτά υπερφυσικών - μυστηριωδών ιδιοτήτων, λόγω της πραγμοποίησης των ανθρώπων και των κοινωνικών σχέσεων και της προσωποποίησης των πραγμάτων, σε συνθήκες κυριαρχίας των εμπορευματικών και χρηματικών σχέσεων. Σε αυτές τις συνθήκες, η αμεσότητα του κάθε πράγματος (εμπορεύματος) προβάλλει, κατά τον Μαρξ, ως "αισθητή υπεραισθητή", ως ουσιώδης αμεσότητα, η ουσία εκλαμβάνεται ως άμεσα υφιστάμενη και όχι ως υπάρχουσα μέσω της εσωτερικής ενότητας αυτών των πραγμάτων, μέσω της κοινής γενεσιουργού υπόστασης τους (της εργασίας).
(13) Νοείν ουκ εστίν άνευ φαντασίας, λέει ο Αριστοτέλης (Περί μνήμης 449b), δεν γίνεται τέχνη και δημιουργία δίχως τη φαντασία όπως είπαμε ήδη, πρέπει ο καλλιτέχνης κάτι να έχει σκεφτεί, κάτι να έχει φανταστεί πριν ακόμη ξεκινήσει να υλοποιήσει το έργο του.
(14) Κορνήλιος Καστοριάδης, Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας.
(15) Κορνήλιος Καστοριάδης, Παράθυρο στο χάος, 2004
(16) Η λέξη ισοπέδωση μου δίνει την ευκαιρία να αναφερθώ σε ένα οικιστικό φαινόμενο που το έχουμε ζήσει κατά κόρον την τελευταία τουλάχιστον δεκαετία στην Αθήνα, αντίστοιχα και στις άλλες μεγάλες πόλεις της ελληνικής επαρχίας. Με πρόφαση πάντα τον πολιτισμό και την τέχνη, εμφανίζονται και τα παραπροϊόντα της, όπως για παράδειγμα το λεγόμενο “ReMap ΚΜ” που κατά τους διοργανωτές του “αποτελεί ένα πολύπλευρο καλλιτεχνικό πρόγραμμα που λειτουργεί παράλληλα με την Μπιενάλε της Αθήνας στην περιοχή Κεραμικού και Μεταξουργείου της Αθήνας, με ένα πυκνό πρόγραμμα καλλιτεχνικών γεγονότων και δράσεων, το οποίο έχει στόχο να αναδείξει την περιοχή σε ένα διεθνές κέντρο παραγωγής και προβολής της σύγχρονης τέχνης”. Οι νεόπτωχοι, οι μετανάστες, οι μικροί επαγγελματίες, οι κάτοικοι της περιοχής, αν δεν διωχθούν με τη βία θα διωχθούν με το γάντι από την ίδια την οικονομική αναβάθμιση που ετοιμάζεται, με αποτέλεσμα την ισοπέδωση και την
μεταμόρφωση του χαρακτήρα της περιοχής σύμφωνα με τα καινούργια δεδομένα και αξίες. Το ίδιο δεν έγινε στου Ψυρρή, το ίδιο δεν ετοιμάζεται στο Βοτανικό με τα καινούργια Mall; Ευτυχώς υπήρξαν και υπάρχουν ακόμη φωνές, (δείτε σχετικό άρθρο της Ελένης Τζιρτζιλάκη, “Το ReMap ΚΜ και ο εκτοπισμός των κατοίκων στην περιοχή Κεραμικός Μεταξουργείο”, http://networknomadicarchitecture.blogspot.com/2007/11/remap-km.html).
(17) Δύο βασικά στοιχεία μπορούν να καθορίσουν την εποχή του μοντέρνου (1750-1950), το ένα είναι η βιομηχανική επανάσταση, η έκρηξη της τεχνολογίας και η ορθολογική κυριαρχία, το δεύτερο είναι η διάθεση και οι ρήξεις που έγιναν μέσα σ’ αυτό το χρονικό διάστημα για την ατομική και την κοινωνική αυτονομία.
(18) Βλέπουμε και διαβάζουμε συχνά σήμερα φράσεις όπως: τέχνη και μόδα, τέχνη και διασκέδαση, τέχνη και αθλητισμός, τέχνη και τεχνολογία, πολιτισμός και αθλητισμός, έχουμε κι ένα υπουργείο μάλιστα τέτοιο. Σκεφτείτε απλώς πόσο ισοπεδωτικά μπορεί να λειτουργήσει εδώ ο συμπλεκτικός σύνδεσμος ‘και’, δείτε πόσο αθώα προσπαθεί να συμπλέξει στις προηγούμενες φράσεις λέξεις και έννοιες που δεν έχουν καμιά σχέση μεταξύ τους. Γιατί άραγε, αν όχι για τη φθορά των λέξεων αυτών και των νοημάτων;